HRISTOUGENNA 2017

09062017

Γράφει η κ. Γεωργία Αντωνούλα, Θεολόγος, στο 4ο Γυμνάσιο Τρικάλων «Γιώργος Σεφέρης»

Σάββατο πριν την Πεντηκοστή, Σάββατο των ψυχών. Στις εκκλησιές μας προσφέρουμε κόλλυβα για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Ένα πιάτο βρασμένο σιτάρι, έκφραση της ανιδιοτελούς αγάπης. Διότι η αγάπη δεν τελειώνει με το θάνατο. Η αγάπη, «κραταιά ως ο θάνατος», συνεχίζεται. Είναι σαν να λέμε στους νεκρούς μας: «σας αγαπάμε , σας θυμόμαστε, σας σκεπτόμαστε, μέχρι να έρθει η ώρα να ανταμώσουμε πάλι». Μπορεί κάποιος να γελάσει ειρωνικά. Αυτό το πιατάκι όμως με τα κόλλυβα συμπυκνώνει την ορθόδοξη θεολογία για την μετά θάνατον ζωή. Όπως το σιτάρι, όταν φυτεύεται, πρέπει να σαπίσει και να «πεθάνει», για να «αναστηθεί» ένα καινούργιο φυτό, έτσι και οι νεκροί πεθαίνουν γι’ αυτή τη ζωή, αλλά ανασταίνονται και καρποφορούν σε μια άλλη. Αυτός είναι ο βασικός συμβολισμός των κολλύβων. Βέβαια, εκτός από το στάρι καί τα υπόλοιπα υλικά συμβολίζουν κάτι. Η ζάχαρη συμβολίζει τη γλυκύτητα του Παραδείσου, η τριμμένη φρυγανιά ή το καβουρντισμένο αλεύρι το χώμα που σκεπάζει το νεκρό. Το ρόδι και ο μαϊντανός το «εν τόπω φωτεινώ , εν τόπω χλοερώ».

Φεύγω από την εκκλησία κάνοντας αυτές τις σκέψεις. Φτάνοντας στο σπίτι ακούω το χαρακτηριστικό ήχο του κινητού που δηλώνει τη λήψη μηνύματος. Διαβάζω και μένω άφωνη. Σας το μεταφέρω ακριβώς, όπως το έλαβα. «Αγαπητή Γ. Την Τρίτη θα ταξιδέψω στο Ζάγκρεμπ. Μας καλέσανε να πάμε να ταυτοποιήσουμε ό,τι έχει μείνει από τον πατέρα! Βρήκανε τα λείψανά του μετά από εικοσιέξι χρόνια. Ήθελα να σας ειδοποιήσουμε ότι επιτέλους η ψυχή του θα αναπαυθεί και θα βρει ειρήνη κι εμείς θα τον θάψουμε και θα ξέρουμε πού είναι».

Αποστολέας είναι η Γιάσμινκα Ντρέγκοβιτς από το Βελιγράδι. Η Γιάσμινκα ή όπως τη λέγαμε εμείς Ασημίνα, είναι ένα από τα παιδιά θύματα του εμφυλίου πολέμου της πρώην Γιουγκοσλαβίας (1992), που ήρθε στα Τρίκαλα και φιλοξενήθηκε από την οικογένειά μας. Πολλά παιδάκια από τη Σερβία είχαν έρθει τότε στην πόλη μας, επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Παπαστεργίου. Ο πατέρας της Γιάσμινκα όλα αυτά τα χρόνια ήταν αγνοούμενος. Η Γιάσμινκα σήμερα είναι παντρεμένη με παιδί. Τόσα χρόνια έψαχνε η οικογένειά της τον αγνοούμενο πατέρα, για να τον βρουν , να θάψουν τα οστά του και να ξέρουν ότι βρίσκεται σ' ένα συγκεκριμένο τόπο.

Αλήθεια, τι κάνει κάποιους ανθρώπους να φτιάχνουν κόλλυβα, να κάνουν μνημόσυνα και να δίνουν τόση σημασία στο γεγονός της ταφής και κάποιους άλλους να την απεχθάνονται και να οδηγούν τους νεκρούς τους στα αποτεφρωτήρια;

Νομίζω ούτε η υποτιθέμενη μόλυνση του περιβάλλοντος (άραγε, μήπως τα αέρια που βγαίνουν από τα αποτεφρωτήρια επιβαρύνουν «λιγότερο» το περιβάλλον απ’ ότι η φυσιολογική αποσύνθεση του σώματος μέσα στο χώμα;), ούτε το ότι προκαλεί φρίκη η ιδέα τού να μας τρώνε τα σκουλήκια (Δείτε τα σχετικά βιντεάκια στο youtube, όπου τα σώματα οδηγούνται στον κλίβανο τυλιγμένα σε σακούλες, και, μόλις σβήσει η φωτιά, τα μεγάλα οστά που έχουν απομείνει χτυπιούνται, για να σπάσουν και στη συνέχεια αλέθονται σε ένα είδος μπλέντερ, για να γίνουν η σκόνη που παραδίδεται στους συγγενείς. Είναι πιο καλό αυτό για τον αγαπημένο μας νεκρό, από το να τον παραδίδουμε στο χώμα, όπου με διακριτικό και φυσιολογικό τρόπο γίνεται η διαδικασία της αποσύνθεσης, όπως άλλωστε γίνεται σε κάθε νεκρό ζωικό ή φυτικό οργανισμό;

Θεωρώ πως αυτό που οδηγεί τους ανθρώπους να αποτεφρώνουν τους νεκρούς είναι το ότι δεν πιστεύουν στην μετά θάνατον ζωή. Νομίζουν πως με το θάνατο όλα τελειώνουν. Αντίθετα, όσοι πιστεύουν πως ο θάνατος είναι αρχή κι όχι τέλος, ενταφιάζουν τους νεκρούς, στολίζουν τους τάφους με λουλούδια , πιστεύουν ότι εκεί αναπαύονται τα σώματα των αγαπημένων τους μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία . Γι’ αυτό και επισκέπτονται τα κοιμητήρια, προσεύχονται, πολλές φορές μιλάνε στους νεκρούς τους και είναι σίγουροι πως εκείνοι τους ακούνε.

Υπάρχει βέβαια κι ένας άλλος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι οδηγούνται στην αποτέφρωση. Είναι γιατί φοβούνται τον πόνο. Θέλουν να τον αποφύγουν, γι’ αυτό προσπαθούν να «τελειώνουν» γρήγορα με το νεκρό και να συνεχίσουν ανώδυνα τη ζωή τους. Χωρίς τρισάγια, χωρίς επίσκεψη στο κοιμητήριο, μόνο και μόνο για να μη θυμούνται και πονάνε.

Κι όμως ο πόνος είναι ευεργετικός. Δεν είναι σωστό να τον επιδιώκουμε, όταν όμως έρχεται, πρέπει να τον ζούμε και να τον αφήνουμε να καλλιεργεί την ψυχή μας. Ο άνθρωπος που πονάει, γίνεται ευαίσθητος, ταπεινός, ανεκτικός, γεμάτος κατανόηση για τους άλλους. Μας το βεβαιώνει ο ψαλμωδός: «εν θλίψει επλάτυνάς με...», δηλαδή η καρδιά μου λόγω της θλίψης έγινε πιο πλατιά. Μας το βεβαιώνουν οι άγιοι. Μας το βεβαιώνουν όλες οι πονεμένες, μα ήρεμες μαυροφορεμένες μορφές, που προσφέρουν τα στολισμένα κόλλυβα το Ψυχοσάββατο. Μας το βεβαιώνει και η Γιάσμινκα από το Βελιγράδι.

footer 01


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ