Εκτύπωση

03072021 1Η ΔΙΚΑΙΟΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ὁ Θεὸς δὲν κάνει διακρίσεις

Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀποτελεῖ τμῆμα ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, ὁ ἀπόστολος Παῦλος δίνει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται ἀρκετὰ συχνά: Πῶς θὰ κρίνει ὁ Θεὸς τοὺς λαοὺς ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ Εὐαγγέλιο; Δὲν εἶναι ἄδικο νὰ καταδικαστοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Ἂς δοῦμε λοιπὸν τί λέγει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος γιὰ τὸ θέμα αὐτό:

Ἀδελφοί μου Χριστιανοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη ἀνήκει σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἐργάζεται τὸ καλό, στὸν Ἰουδαῖο πρῶτα, ἀλλὰ καὶ στὸν εἰδωλολάτρη.

Διότι ὁ Θεὸς δὲν χαρίζεται σὲ πρόσωπα: «οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ». Ἂν εἶναι κάποιος Ἰουδαῖος, δὲν σημαίνει ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ σωθεῖ, ἢ ἂν εἶναι εἰδωλολάτρης, ὁπωσδήποτε θὰ καταδικαστεῖ. Ὁ καθένας θὰ κριθεῖ ἀνάλογα μὲ τὶς εὐκαιρίες ποὺ τοῦ δόθηκαν καὶ τὰ ἔργα του.

Γι’ αὐτὸ ὅσοι ἁμάρτησαν χωρὶς νὰ ἔχουν λάβει τὸν γραπτὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ, αὐτοὶ θὰ καταδικαστοῦν σὲ ἀπώλεια χωρὶς νὰ ἔχουν κατήγορο τὸ νόμο αὐτό. Καὶ ὅσοι ἁμάρτησαν, ἐνῶ εἶχαν λάβει τὸν Μωσαϊκὸ νόμο, αὐτοὶ θὰ κατακριθοῦν μὲ βάση τὸ νόμο αὐτό.

«Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται», δηλαδή· δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ὄχι ὅσοι ἀκοῦν ἁπλῶς τὴν ἀνάγνωση τοῦ θείου νόμου, ἀλλὰ ὅσοι τηροῦν τὸ νόμο· αὐτοὶ θὰ δικαιωθοῦν.

Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἀπόστολος Παῦλος θέλει νὰ ὑπογραμμίσει τὴν ἀμερόληπτη δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, οὔτε κάνει διακρίσεις μεταξὺ τῶν λαῶν. Τὸ ἂν ἔδειξε εἰδικὴ εὔνοια στὸ λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ ἔδωσε γραπτὸ νόμο γιὰ νὰ τὸν παιδαγωγήσει, αὐτὸ δὲν σημαίνει ἀδικία σὲ βάρος ἄλλων λαῶν. Διότι ἀπὸ αὐτοὺς στοὺς ὁποίους ἔδωσε περισσότερα, θὰ ζητήσει καὶ περισσότερα. Εἶναι βαρύτερη ἡ ἐνοχὴ αὐτοῦ ποὺ ἁμαρτάνει ἐνῶ γνωρίζει τὸν θεῖο νόμο, σὲ σχέση μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχει παντελὴ ἄγνοια.

Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ δὲν κηρύχθηκε μόνο στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς Του. Συνεχίζει καὶ σήμερα νὰ κηρύσσεται γιὰ νὰ φτάσει τὸ σωτήριο μήνυμά του «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. α΄ 8).

Κι ἂν κάποιοι ἄνθρωποι ἢ λαοὶ ὁλόκληροι δὲν ἄκουσαν ποτὲ γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν τοὺς φανέρωσε τὸ πῶς θὰ πορευθοῦν σωστὰ στὴ ζωή. Διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δεχθεῖ τὴ φυσικὴ ἀποκάλυψη, ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλοι ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἀνακαλύψουν τὸν παντοκράτορα Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὰ θαυμάσια τῆς Δημιουργίας (βλ. Ρωμ. α΄ 19-20). Ἐπιπλέον ὁ πάνσοφος Θεὸς ἔχει δώσει σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους ἕνα ἀκόμη καθοδηγητικὸ μέσο: τὴ συνείδηση. Γι’ αὐτὴν ἀκριβῶς ὁμιλεῖ στὴ συνέχεια ὁ ἅγιος Ἀπόστολος:

Ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως

Ὑπάρχουν εἰδωλολάτρες οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ δὲν ἔλαβαν γραπτὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, κάνουν ὅ,τι προστάζει ὁ θεῖος νόμος, διότι ἔχουν ὡς νόμο τὴν ἴδια τους τὴ συνείδηση.

Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ἐθνικοὶ δείχνουν ὅτι τὸ ἔργο τοῦ νόμου εἶναι γραμμένο στὶς καρδιές τους. Κι αὐτὸ συμβαίνει, καθὼς ἡ συνείδησή τους τοὺς πληροφορεῖ γιὰ κάθε πράξη ἂν εἶναι σωστή. Μέσα τους ἐγείρονται λογισμοὶ ποὺ κατηγοροῦν ἢ καὶ ἀπολογοῦνται γιὰ τὸ ἂν ἦταν σωστὴ ἡ κάθε τους ἐνέργεια.

Ἔτσι, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ κρίνει ὁ Θεὸς τὶς κρυφὲς πράξεις τῶν ἀνθρώπων σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ σᾶς κηρύττω, θὰ ἀνακηρυχθοῦν δίκαιοι οἱ τηρητὲς τοῦ νόμου. Καὶ θὰ κρίνει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἔχει δοθεῖ ἡ ἐξουσία τοῦ ὑπερτάτου Κριτοῦ.

Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ἡ συνείδηση εἶναι κοινὸ χαρακτηριστικὸ ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ μέσα μας, ὁ ἔμφυτος διδάσκαλος τῆς ἀρετῆς. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν ἄκουσε ποτὲ στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως νὰ τὸν ἐπιδοκιμάζει ἢ νὰ τὸν ἀποδοκιμάζει γιὰ τὶς ἐπιλογές του.

Ὡστόσο δὲν μποροῦμε νὰ ἐπαναπαυόμαστε στὴ συνείδηση ποὺ ἔχουμε προσωπικὰ διαμορφώσει. Ὀφείλουμε νὰ καλλιεργοῦμε τὴ συνείδησή μας. Ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ ἡ τακτικὴ συμμετοχή μας στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἑλκύουν τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ συντελοῦν στὸ φωτισμὸ καὶ τὸν ἐξαγιασμὸ τῆς συνειδήσεως.

Κι ὅσο περισσότερο φωτίζεται ἡ συνείδησή μας ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ Φῶς, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόσο καλύτερα θὰ λειτουργεῖ καὶ θὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια. Γιὰ νὰ καθαρίζουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ ἄδηλα καὶ κρύφια ἁμαρτήματά μας καὶ νὰ βροῦμε ἔλεος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

«Ο ΣΩΤΗΡ»