Γράψτε τη λέξη/φράση αναζήτησης

Popular Tags

Slide background
Slide background

Ἡ πόρνη ἐν κλαυθμῷ

AgiaKasianiΠοιά ἆραγε νὰ εἶνε αὐτὴ ἡ γυναίκα γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ τὸ τροπάριο; Δὲν εἶνε ἡ Κασσιανή. Ἡ Κασσιανή, ὅπως εἴπαμε, ἦταν μιὰ ἁγνὴ παρθένος κόρη· ἀλλὰ πῆρε ὡς θέμα τοῦ ποιήματός της τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα. Τί ἦταν αὐτὴ ἡ γυναίκα; Σύμφωνα μὲ τὸ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιο (7, 36-50) συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἕνας φαρισαῖος κάλεσε τὸ Χριστὸ σὲ τραπέζι, καὶ ὁ Κύριος πῆγε· ὄχι ἀπὸ γαστριμαργία ἀλλὰ γιὰ ἕναν ἀνώτερο σκοπό, γιὰ νὰ προσφέρῃ κ᾿ ἐκεῖ τὸ λόγο, τὴ διδασκαλία του. Ἐκεῖ ἦρθε ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ ἦταν γνωστὴ γιὰ τὴν κακὴ ζωή της. Ἄκουσε ὅμως τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶχε μετανοήσει. Ἐκδηλώνοντας τὴ μετάνοια καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη της, ἔπλυνε τότε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου μὲ δάκρυα, τὰ μύρωσε μὲ ἕνα πανάκριβο μύρο, καὶ τὰ σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της. Ὁ φαρισαῖος σκανδαλίστηκε, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπήντησε μὲ τὴν ἑξῆς παραβολή. Δύο χρεωφειλέτες χρωστοῦσαν σὲ κάποιο πλούσιο δανειστὴ ὁ μὲν ἕνας 500 δηνάρια, ὁ δὲ ἄλλος 50 μόνο δηνάρια. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος εἶχαν νὰ πληρώσουν, ὁ κύριος τὰ χάρισε καὶ στοὺς δυό. -Ποιός ἀπὸ τοὺς δύο, ἐρωτᾷ ὁ Χριστὸς τὸ φαρισαῖο, θὰ εἶνε πιὸ εὐχαριστημένος καὶ πιὸ εὐγνώμων; -Ἐκεῖνος ποὺ τοῦ χαρίστηκε τὸ περισσότερο, ἀπαντᾷ ὁ φαρισαῖος. -Κατάλαβες, λέει ὁ Χριστός, τί ἤθελα νὰ σοῦ πῶ; Ἐσὺ εἶσαι ποὺ νομίζεις ὅτι ἔχεις μικρὸ χρέος (50 δηναρίων) ἐνῷ τὸ χρέος σου εἶνε τεράστιο. Αὐτὴ ὅμως αἰσθάνεται τὸ βάρος μεγάλης ἁμαρτίας (500 δηναρίων) καὶ δείχνει τέτοια εὐγνωμοσύνη. Γι᾿ αὐτὸ σοῦ λέω· «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47). Τί μεγάλος λόγος αὐτός, «ὅτι ἠγάπησε πολύ»! Ἕνας διάσημος ἱεροκήρυκας, ὅταν διάβαζε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἐρχόταν νὰ κλάψῃ παρὰ νὰ μιλήσῃ.

Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα εἶχε ἡ Κασσιανὴ στὴ σκέψι της ὅταν ἔκανε τὸ ποίημα αὐτό. Γιὰ νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε θὰ χρειαζόταν πολλὴ ὥρα. Ἕνα μόνο θὰ τονίσω, ὅτι ὑμνεῖ τὴν ἁμαρτωλὴ γυναῖκα, ποὺ μὲ τὰ δάκρυά της καὶ μὲ τὰ μύρα της ἔπλυνε καὶ ἀρωμάτισε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ εἰς ἔνδειξιν μετανοίας . Εὐλογημένη ἡ γυναίκα αὐτή, εὐλογημένα τὰ δάκρυά της.

Ὤ τὰ δάκρυα ! Ποιός δὲν ἔκλαψε; Δὲν βλέπετε· καὶ τὸ βρέφος ὅταν γεννιέται κλαίει. Ὅλα τὰ παιδιὰ ποὺ γεννιῶνται κλαῖνε. Βγαίνουν μέσα ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας τους καὶ μπαίνουν σ᾿ ἕνα νέο κόσμο, καὶ ὅμως κλαῖνε. Βλέπουν τὴ μεταβολή. Καὶ τὰ δάκρυα, ποὺ χύνει τὸ μικρὸ παιδί, εἶνε τὸ προοίμιο ὅλης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ζωὴ αὐτὴ λέγεται «κοιλὰς κλαυθμῶνος» (Ψαλμ. 83,7). Ποιός δὲν ἔκλαψε; Εἴτε σὲ καλύβα γεννηθῇ εἴτε σὲ παλάτια καὶ ἀνάκτορα γεννηθῇ, καὶ σὲ ὁποιοδήποτε σημεῖο τοῦ πλανήτη καὶ ὁποιαδήποτε δόξα καὶ μεγαλεῖο καὶ ἂν ἔχῃ, κλαίει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἕνας κλαίει γιατὶ ἔχασε τὸν πατέρα του, ὁ ἄλλος κλαίει γιατὶ ἔχασε τὴ μητέρα του, ἡ χήρα γυναίκα κλαίει γιατὶ ἔχασε τὸν προσφιλῆ σύζυγό της, τὰ ὀρφανὰ παιδιὰ κλαῖνε γιὰ τὸν πατέρα τους, ὁ φίλος τὸν φίλο του…. Ὅλοι κλαῖνε. Κι ἂν ἕνας ἄγγελος μάζευε τὰ δάκρυα τοῦ κόσμου, θὰ ἔφτιαχνε μιὰ λίμνη μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ λίμνη τῶν Πρεσπῶν. Πόσα δάκρυα χύνει ὁ ἄνθρωπος! Μάταια ὅμως τὶς περισσότερες φορές. Εἶνε δάκρυα ποὺ δὲν φέρνουν ἀποτέλεσμα. Τὰ δάκρυα αὐτὰ εἶνε μόνο ἐκφράσεις εὐγενῶν αἰσθημάτων.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ δάκρυα ποὺ σῴζουν. Ποιός ἀπὸ μᾶς ἔχει τέτοια δάκρυα; Μὲ τὰ δάκρυα αὐτὰ ἐξοφλοῦνται τὰ χρέη ποὺ ἔχουμε. Διότι χρωστᾶμε· χρωστᾶμε στὸ Χριστό. Τώρα, ποὺ εἶνε Μεγάλη Ἑβδομάδα, σπεύσατε, ἀδελφοί μου, στὴν πνευματικὴ τράπεζα ποὺ λέγεται ἱερὰ ἐξομολόγησις, καὶ ἐξοφλῆστε τὰ χρέη σας, εἴτε 50 εἴτε 500 δηνάρια εἶνε. Τὰ χρέη ἐξοφλοῦνται, ὅπως εἴπαμε, μ᾿ ἕνα δάκρυ, δάκρυ μετανοίας . Θὰ ἔπρεπε βέβαια ὄχι ἕνα δάκρυ, βροχὴ δακρύων νὰ χύσουμε. Ἀλλὰ ἔστω καὶ ἕνα δάκρυ ἂν ἔχουμε, αὐτὸ θὰ γίνῃ Ἰορδάνης ποταμὸς νὰ πλύνῃ τ᾿ ἁμαρτήματά μας. Τέτοια ἦταν τὰ δάκρυα τῆς γυναίκας αὐτῆς ποὺ προβάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.

Δῶστε μου ἕνα δάκρυ σὰν τὰ δικά της. Δῶστε μου ἕνα δάκρυ σὰν τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ ἀρνήθηκε μὲν τὸ Χριστό, ἀλλ᾿ ὅταν ἐκεῖνος τοῦ ἔρριξε μιὰ ματιὰ ὁ Πέτρος βγῆκε ἔξω καὶ «ἔκλαυσε πικρῶς» (Ματθ. 26, 75. Λουκ. 22, 62). Δῶστε μου ἕνα δάκρυ σὰν τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ποὺ πῆγε στὴν ἔρημο καὶ ἔκλαιγε τὴν προηγούμενη ζωή της. Δῶστε μου ἕνα δάκρυ ἀπὸ ᾿κεῖνα τῶν ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου (λένε γιὰ κάποιον ἀσκητή, ὅτι τὸ μαντήλι του ἦταν πάντα ὑγρό, μουσκεμένο ἀπὸ τὰ μάτια του).

Ὦ Θεέ μου, σὲ ποιόν αἰῶνα ζοῦμε! Σὲ αἰῶνα ἀμετανοήτων ἀνθρώπων. Ποῦ ὀφείλεται τὸ μεγάλο δρᾶμα τῆς ἀνθρωπότητος; Ἀπαντᾷ ὁ Σολτζενίτσιν, ἕνας Ῥῶσος φιλόσοφος τῶν ἡμερῶν μας ποὺ ὑπῆρξε καὶ προφήτης. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ λόγια ποὺ ἄκουσα στὴ ζωή μου, λέει, τὰ ὡραιότερα τ᾿ ἄκουσα ἀπὸ ἕναν ἀγράμματο ἀλλὰ σοφὸ Ῥῶσο χωρικό. Αὐτὰ τὰ κακά, ἔλεγε, ποὺ ὑποφέρει ἡ Ῥωσία κι ὅλη ἡ ἀνθρωπότης, εἶνε γιατὶ ὅλοι φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό… Παπᾶδες, δεσποτάδες, μικροί, μεγάλοι, πολιτικοὶ καὶ ἄλλοι ἄνδρες, φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό. Ποιά εἶνε ἡ ὁδὸς γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε κοντά του; Εἶνε ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας.

Ἐξοφλῆστε λοιπὸν τὸ χρέος σας. Κι ὅταν ἐξοφληθῇ τὸ χρέος, τότε θ᾿ ἀκούσουμε κ᾿ ἐμεῖς στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας αὐτὸ ποὺ ἄκουσε ἡ μετανοημένη γυναίκα. Δὲν εἶνε ἡ θρησκεία μας κάποιο ψέμα· εἶνε ζωντανὴ ἀλήθεια, εἶνε ἕνα μεγάλο καὶ ὑψηλὸ καὶ ὑπέροχο πρᾶγμα, ξεπερνᾷ τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ· εἶνε αἰώνια ἡ θρησκεία μας. Ἀπόδειξις· ὅταν ἐξομολογηθῇς καὶ βγῇς ἀπὸ τὸ ἐξομολογητήριο, τὸ χρέος πλέον θὰ ἔχῃ ἐξοφληθῆ καὶ θ᾿ ἀκούσῃς κ᾿ ἐσὺ ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴ μετανοημένη ἁμαρτωλὴ γυναῖκα· «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47)· ἀμήν.