Γράψτε τη λέξη/φράση αναζήτησης

Popular Tags

Slide background
Slide background

Έφυγε από τη ζωή η αγαπητή στους Τρικαλινούς Ντίνα Μπέλλου

Συνέπεσε δε και η κηδεία της να τελεσθεί σήμερα Ψυχοσάββατο που για την Εκκλησία είναι ημέρα κατ’ εξοχήν μνήμης για τους κεκοιμημένους αλλά και για τη Ντίνα αποτελούσε μια από τις κορυφαίες ημέρες του έτους κατά την οποία συναντούσε πάρα πολλούς από όλα τα Τρίκαλα και συνομιλούσε με το χαρακτηριστικό ύφος της.

Η Κωνσταντινιά Μπέλλου του Δημητρίου και της Αθηνάς το γένος Σταμούλη Παλάτου, γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1936 στα Γρεβενά από αρχοντική οικογένεια, δεύτερη κατά σειράν από τρία αδέλφια, ανατράφηκε σε πλούσιο περιβάλλον και έζησε παραμυθένια παιδικά χρόνια, παράλληλα, από μικρή ζούσε και τη ζωή της εκκλησίας γιατί ο πατέρας της διατηρούσε κηροπωλείο οπότε είχε άμεση σχέση με την Εκκλησία και τους ιερείς. Έτσι μεταξύ άλλων ευτύχησε να έχει κατηχητές τον μητροπολίτη Αυγουστίνο Καντιώτη και τους π. Θεόφιλο Ζησόπουλο της αδελφότητος Λυδία και τον καθηγητή Στέργιο Σάκκο.

Περί το 1950 γράφτηκε σε Κολλέγιο της Θεσσαλονίκης πράγμα αδιανόητο για τους περισσότερους συνομηλίκους της την εποχή εκείνη, όμως αναγκάζεται να διακόψει τη φοίτηση γιατί η μικρή οικογενειακή επιχείρηση έπεσε έξω, κι από δω και στο εξής αρχίζουν τα δεινά που ως άλλος Ιώβ υπέμεινε καρτερικά η Ντίνα. Ο πατέρας της από τη στενοχώρια του εθίστηκε στο ποτό με αποτέλεσμα να πεθάνει νέος, ο αδελφός της Ευριπίδης έφυγε για τη Βραζιλία για να μην επιστρέψει ποτέ πια ενώ ο άλλος αδελφός της Γιώργος παντρεύτηκε.

Τα επόμενα χρόνια συγγενείς και θείοι που «προθυμοποιήθηκαν» να βοηθήσουν την οικογένεια βρήκαν ευκαιρία και άρπαξαν την όποια περιουσία είχε απομείνει κι έτσι περί το 1967 αφού έχασε λόγω κατασχέσεων το πατρικό αρχοντικό στο κέντρο των Γρεβενών η Ντίνα έρχεται μαζί με τη μητέρα της Αθηνά στα Τρίκαλα όπου νοίκιασαν ένα σπίτι στη γειτονιά που διέμενε και τώρα κατά το τελευταίο διάστημα της ζωής της.

Για να ζήσουν ύφαιναν βελέντζες και κουβέρτες τα έσοδα όμως ήταν ελάχιστα, με αποτέλεσμα κάποιο χειμώνα που δεν είχαν ξύλα για τη σόμπα να σπάσουν ένα μεγάλο μπαούλο που περιείχε μέσα ότι διασώθηκε από τα Γρεβενά. Φτάνοντας σε σημείο απόλυτης φτώχιας και εξαθλίωσης, το ψαλμικό «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» εδώ έχει απόλυτη εφαρμογή. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες όμως η Ντίνα δεν έλειπε ποτέ από την εκκλησία, ώσπου ο πατήρ Εμμανουήλ Παπαγεωργίου μαθαίνοντας για την οικτρή οικονομική της κατάσταση, της πρότεινε να την προσλάβει κι έτσι σε ηλικία 34 ετών στις 9 Μαΐου του 1970 προσελήφθη εδώ στον Άγιο Νικόλαο εκ Μετσόβου ως νεωκόρος, τίτλος και διακόνημα που τη χαρακτήρισε για την μετέπειτα ζωή της.

Ως νεωκόρος συνέβαλε τα μέγιστα στην ανέγερση, τη διαρκή συντήρηση και την καθαριότητα του Ιερού Ναού. Για 45 χρόνια ήταν η ψυχή της ενορίας. Η ζωή της ήταν απόλυτα συνυφασμένη με το ναό, και παρ’ ότι δέχτηκε προτάσεις γάμου αυτή «υπερίδε τους φθαρτούς μνηστήρες» γιατί αγάπησε περισσότερο τον ουράνιο άφθαρτο μνηστήρα τον Κύριο μας Ιησού τον οποίο υπηρέτησε μέχρι τέλους.

Ποιος δεν έχει να θυμηθεί κάτι από τη Ντίνα; Ποιος από την ενορία δεν έχει στο σπίτι του φωτογραφίες από γάμους και βαπτίσεις όπου εικονίζεται μέσα η Ντίνα; Ποιος απ’ όσους τη συναναστράφηκαν δεν έχει γευθεί φαγητά, γλυκά, λουκουμάδες, αλλά και παντός είδους βοήθεια από τα χέρια της; «Εσκόρπισεν, έδωκε τοις πάσιν» Από αρχιερείς, ιερείς, ψάλτες και γνωστούς μέχρι ξένους και περαστικούς.

Κάπου στα παιδικά μας χρόνια γνωρίσαμε κι εμείς τη Ντίνα, αρχικά βλέποντάς την όταν πηγαίναμε στο κατηχητικό, και σταδιακά κατά τα εφηβικά και νεανικά μας χρόνια βοηθώντας την στο άναμμα των καντηλιών και στις δουλειές του ναού. Απ’ αυτήν δεχτήκαμε πολλές φορές χαρτζιλίκι και δώρα αλλά και αργότερα που μεγαλώσαμε, πάλι μας πρόσφερε ότι είχε, γιατί ήταν πράγματι ανοιχτοχέρα και ανοιχτόκαρδη προς όλους.

Ζήσαμε ατέλειωτες στιγμές σε καθημερινή βάση με τον π. Μανώλη, τον π. Νικόλα, τον π. Δημήτρη, τους επιτρόπους, τους ψάλτες, τους ενορίτες, γεγονότα και αναμνήσεις που μπορούμε να αφηγούμαστε για ώρες. Έτσι οι σχέσεις μας με τη Ντίνα έφτασαν να είναι τόσο στενές ώστε να μας θεωρεί παιδιά της και εμείς δεύτερη μητέρα.

Πολλές φράσεις της έχουν μείνει παροιμιώδεις ενώ πολλές φορές έκανε και καυστικά σχόλια τα οποία τα έλεγε «στη φόρα» κι όχι κρυφά όπως κάνουμε οι περισσότεροι.

Το 1993 προσβλήθηκε από καρκίνο του μαστού αλλά με τη χάρη του Θεού και του Αγίου Νικολάου θεραπεύτηκε. Στο Θεαγένειο νοσοκομείο όπου νοσηλευότανε αξιώθηκε να γνωρίσει και να λάβει την ευχή του Αγίου Γέροντος Παϊσίου που ήταν κι αυτός νοσηλευόμενος εκεί το ίδιο διάστημα.

Το 2004 χάνει τον μοναδικό ανιψιό της Τάκη που έπεσε θύμα δολοφονίας, γεγονός που την συγκλόνισε, αλλά το ξεπέρασε αγόγγυστα και πάλι ως ο Ιώβ ενώ πριν ένα χρόνο περίπου εκοιμήθη και η νύφη της Αγγελική. Έτσι η Ντίνα έμεινε «μόνη μόνω Θεώ». Δεν είχε πλέον κανέναν σαρκικό συγγενή. Οικογένειά της ήταν ο κόσμος της ενορίας και στήριγμά της ο π. Δημήτριος που την περιποιήθηκε μέχρι προχτές που η σάλπιγγα του Θεού ήχησε για να μεταφέρει την ψυχή της «εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα» .

Αντί επιλόγου καταλληλότερος λόγος που ταιριάζει νομίζω στη Ντίνα είναι αυτός του Αποστόλου Παύλου στη Β΄ προς Τιμόθεον επιστολή «έφτασε ο καιρός να φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο, αγωνίστηκα τον καλόν αγώνα, έτρεξα το δρόμο ως το τέλος, φύλαξα την πίστη. Τώρα πια με περιμένει το στεφάνι της δικαιοσύνης που μ’ αυτό θα με ανταμείψει ο Κύριος εκείνη την ημέρα, ο δίκαιος κριτής. Κι όχι μόνο εμένα αλλά κι όλους εκείνους που περιμένουν τον ερχομό του»

Καλόν παράδεισο αγαπημένη μας Ντίνα. Θα σε θυμόμαστε πάντα!