Κυριακή του Τυφλού ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Πραξ. ιστ΄ 16-34, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ἰωάν. θ´ 1-38

28052022 5Στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας

Μακριὰ ἀπὸ τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου

Στὴν ἔνδοξη πόλη τῶν Φιλίππων μᾶς μεταφέρει τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ὅπου εἶχε μεταβεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τοὺς μαθητές του Σίλα, Τιμόθεο καὶ Λουκᾶ, γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Κάποια μέρα, καθὼς πήγαιναν νὰ προσευχηθοῦν, συνάντησαν μιὰ νεαρὴ δούλη ποὺ εἶχε «πνεῦμα πύθωνος, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη». Δηλαδὴ ἦταν κυριευμένη ἀπὸ δαιμόνιο, ἀπὸ μαντικὸ πνεῦμα, καὶ μὲ τὶς μαντεῖες ποὺ ἔλεγε, ἀπέφερε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της. Αὐτὴ ἀκολούθησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ φώναζε: Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου καὶ μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Τὸ ἐπαναλάμβανε αὐτὸ γιὰ πολλὲς ἡμέρες προκαλώντας τὴν ἀντίδραση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πρόσταξε τὸ πονηρὸ πνεῦμα νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ δούλη. Καὶ πραγματικά, τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἐξῆλθε.

Εἴκοσι αἰῶνες ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ἐξακολουθοῦν νὰ τρέχουν σὲ ἀνθρώπους κυριευμένους ἀπὸ πονηρὰ πνεύματα, δηλαδὴ ἀπὸ δαιμόνια, γιὰ νὰ μάθουν τὴν τύχη τους. Ρωτοῦν τὶς χαρτορίχτρες, τρέχουν στοὺς μάγους καὶ στὶς μάγισσες, παρακολουθοῦν τὰ «μέντιουμ», διαβάζουν τὰ ζώδια, ἀκοῦν τοὺς ἀστρολόγους, τὰ τελευταῖα δὲ χρόνια ἀναζητοῦν τὸν Θεὸ καὶ μέσα ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες καὶ τὶς δαιμονικὲς μεθόδους τους: τὴ «γιόγκα», τὸν διαλογισμὸ καὶ τὸν ἀποκρυφισμό.

Προσοχή! Μακριὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά! Αἰχμαλωτίζουν τὸν ἄνθρωπο στὸν διάβολο, τὸν πατέρα τοῦ ψεύδους. Καθιστοῦν τὴ ζωή του ἕνα μαρτύριο καὶ ἀμφίβολη τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Μακριὰ ἀπὸ τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου!

Ἡ παναρμόνια δοξολογία

Ὅταν τὰ ἀφεντικὰ τῆς νεαρῆς δούλης διαπίστωσαν ὅτι ἔχασαν πλέον τὴν πηγὴ τοῦ κέρδους τους, συνέλαβαν τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα καὶ τοὺς ἔσυραν στοὺς ἄρχοντες μὲ τὴν κατηγορία ὅτι προκαλοῦν ταραχὲς στὴν πόλη καὶ διδάσκουν νέα θρησκευτικὰ ἔθιμα. Ὁ συγκεντρωμένος ὄχλος τότε ξεσηκώθηκε ἐναντίον τους, οἱ δὲ στρατηγοὶ ξέσχισαν τὰ ροῦχα τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ράβδισαν καὶ τοὺς φυλάκισαν, δίνοντας στὸν δεσμοφύλακα ἐντολὴ νὰ τοὺς ἀσφαλίσει καλά. Ἐκεῖνος τοὺς ἔβαλε στὸ πιὸ σκοτεινὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς κι ἔδεσε σφιχτὰ τὰ πόδια τους στὸ βασανιστικὸ ὄργανο ποὺ λεγόταν ξύλο, γιὰ νὰ μὴν μποροῦν οὔτε στὸ ἐλάχιστο νά μετακινηθοῦν.

Μεσάνυχτα… Ἀπὸ τὸ βάθος τῆς φυλακῆς ἀκούγεται ἕνας ὑπέροχος ὕμνος. «Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν». Ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας, παρὰ τοὺς πόνους καὶ τὴν ταλαιπωρία τους, ξεσποῦν σὲ δοξολογία πρὸς τὸν Θεό. Τοὺς ἀκοῦνε μὲ προσοχὴ καὶ οἱ ὑπόλοιποι φυλακισμένοι. Ξαφνικὰ ἕνας μεγάλος σεισμὸς σαλεύει τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς. Ἀνοίγουν αὐτόματα ὅλες οἱ θύρες, καὶ λύνονται τὰ δεσμὰ τῶν κρατουμένων. Ὁ δεσμοφύλακας ξυπνᾶ, ἀντιλαμβάνεται τί ἔχει συμβεῖ καὶ τραβᾶ τὸ μαχαίρι του γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει, θεωρώντας ὅτι δραπέτευσαν οἱ φυλακισμένοι καὶ φοβούμενος τὴν ποινὴ τοῦ θανάτου. Ὁ Παῦλος ὅμως τὸν προλαβαίνει: Μὴν κάνεις κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Εἴμαστε ὅλοι ἐδῶ.

Ὁ δεσμοφύλακας, ἀφοῦ διαπιστώνει τὸ γεγονός, συγκλονίζεται καὶ πέφτει στὰ πόδια τῶν δύο Ἀποστόλων, τοὺς ὁποίους εἶχε κακομεταχειρισθεῖ, καὶ τοὺς ρωτᾶ τί πρέπει νὰ κάνει γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτοὶ τοῦ ἀποκρίνονται: Πίστεψε στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ θὰ σωθεῖς ἐσὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου. Τοῦ ἀναπτύσσουν δὲ τὶς θεῖες διδασκαλίες τοῦ Κυρίου. Συγκινημένος ὁ δεσμοφύλακας ὁδηγεῖ στὸ σπίτι του τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα, περιποιεῖται τὰ τραύματά τους καὶ βαπτίζεται Χριστιανὸς ὁ ἴδιος καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του. Ἔπειτα τοὺς παραθέτει δεῖπνο γεμάτος χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, διότι εἶχε πιστέψει στὸν Θεό.

Ἀπὸ τὸ πιὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς, κάτω ἀπὸ τὶς πιὸ ἄθλιες συνθῆκες, μὲ σώματα καταματωμένα, ἀκινητοποιημένα καὶ νηστικὰ καὶ μὲ τὸ μαρτύριο νὰ μὴν ἀπέχει πολύ, οἱ δύο Ἀπόστολοι στρέφουν τὴν καρδιά τους στὸν Θεὸ καὶ προσεύχονται. Μάλιστα δὲν Τοῦ ζητοῦν νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴ δεινὴ κατάστασή τους καὶ νὰ καταπαύσει τοὺς πόνους τους, ἀλλὰ σὰν νὰ μὴν αἰσθάνονται τίποτε, σὰν νὰ βρίσκονται σὲ ἄλλη πρα­γματικότητα, δοξολογοῦν τὸν Θεό.

Παναρμόνιος πράγματι ὁ ὕμνος τους· μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὑπέροχες δοξολογίες, ποὺ ἀκούσθηκαν ποτέ. Μὲ τὴ θεσπέσια αὐτὴ δοξολογία οἱ δύο Ἀπόστολοι μᾶς διδάσκουν ὄχι ἁπλῶς νὰ κάνουμε ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουμε καθημερινά, ὄχι μόνο νὰ σηκώνουμε ἀγόγγυστα τὸν σταυρό μας, ἀλλὰ ἐπιπλέον νὰ στρέφουμε τὸ βλέμμα μας στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ γιὰ ὅ,τι ἐπιτρέπει γιὰ τὸ καλό μας. Τότε ὁ πανάγαθος Θεὸς θὰ μᾶς παρηγορεῖ στὸν πόνο μας καὶ θὰ ἐπεμβαίνει δυναμικὰ στὴ δοκιμασία μας, εἴτε γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ δεσμά της εἴτε γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει ὑπομονή, ὥστε νὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγώνα μας.

«Ο ΣΩΤΗΡ»


Εκτύπωση   Email