Κυριακή Α΄ Λουκά Απόστολος: Α΄ Κορ. ιστ΄ 13-24, Ευαγγέλιο: Λουκ. ε΄ 1-11

24092022 4ΑΝΑΤΟΛΗ ΦΩΤΟΣ

Τὸ πνευματικὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ

Μὲ τὴν ἐκπληκτικὴ εἰκόνα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ξεκινᾶ ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα ἀπὸ τὴ Β΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. «Ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ», λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Δηλαδή, ὅπως τότε, στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, ὁ Θεὸς πρόσταξε ἀπὸ τὸ σκοτάδι νὰ λάμψει τὸ φῶς καὶ φωτίσθηκε ὁ κόσμος, ἔτσι καὶ τώρα ὁ Θεὸς φώτισε τὶς καρδιὲς μὲ τὸ πνευματικὸ φῶς τῆς γνώσεως τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανερώθηκε μέσῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ τὸν πολύτιμο θησαυρὸ τῆς θεογνωσίας τὸν ἔχουμε μέσα στὰ χωματένια καὶ εὔθραυστα σώματά μας, γιὰ νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ θαυμαστὴ δύναμη, μὲ τὴν ὁποία ὑπερνικοῦμε τὰ ἐμπόδια καὶ τοὺς κινδύνους, εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν προέρχεται ἀπὸ ἐμᾶς.

Γι᾿ αὐτό, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουμε θλίψεις, ποτὲ δὲν καταλήγουμε σὲ ἀδιέξοδα ἢ σὲ ἀγωνιώδη στενοχώρια. Φθάνουμε σὲ ἀπορία γιὰ τὸ τί νὰ κάνουμε, χωρὶς ὅμως νὰ ἀπελπιζόμαστε καὶ νὰ στερούμαστε τὴ σωτηρία. Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτὲ ὁ Θεός. Φαίνεται σὰν νὰ πέφτουμε νικημένοι στὴ γῆ, ἀλλὰ δὲν χανόμαστε. Ἀπειλούμαστε συνεχῶς ἀπὸ τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου, ὅπως πέθανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἀλλὰ αὐτὸ γίνεται γιὰ νὰ φανερωθεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ μᾶς σώζει.

Εἶναι ὄντως συγκλονιστικὴ ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Τότε ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε τὸ θεϊκό του πρόσταγμα καὶ μὲ ἕναν του λόγο ἀνέτειλε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ φῶς. Ἡ μεγαλειώδης ὅμως αὐτὴ δημιουργία ἐπαναλαμβάνεται καὶ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, κάθε φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ πνευματικὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, τὴ γνώση δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινός. Ὅσο σημαντικὴ εἶναι ἡ δημιουργία τοῦ ὑλικοῦ φωτός, ἄλλο τόσο καὶ ἀκόμη περισσότερο σημαντικὴ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ φωτὸς στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει.

Μάλιστα τὸ ζωογόνο καὶ ἀνέσπερο αὐτὸ φῶς, τὴν ἀλήθεια δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεός, τὴν ἐμπιστεύθηκε καὶ τὴν ἀποκάλυψε σ᾿ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε τόσο ὑλικοί, χωματένιοι καὶ πτωχοί. Εἶναι λοιπὸν ἀσύλληπτη ἡ δωρεὰ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σὰν νὰ δημιουργεῖ μέσα μας μιὰ νέα πνευματικὴ κτίση. Ἂς μὴν παύσουμε νὰ εὐγνωμονοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀποκάλυψη, τὸν ἀτίμητο πλοῦτο τῆς θεογνωσίας ποὺ μᾶς χάρισε.

Ἡ μετάδοση τοῦ φωτὸς στοὺς ἀνθρώπους

Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐνῶ ἐμεῖς παραδινόμαστε σὲ θάνατο γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, φανερώνεται στὸ θνητὸ σῶμα μας ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου, ποὺ παρεμβαίνει καὶ προλαβαίνει τὸν θάνατό μας, γράφει στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἔτσι, ἐνῶ ἐμεῖς ἀντιμετωπίζουμε τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου, ἐσεῖς ἀπολαμβάνετε τὴν πνευματικὴ ζωὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἔργο μας.

Παρόλους ὅμως αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, δὲν σταματοῦμε τὸ κήρυγμά μας. Ἔχουμε τὸ ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο στήριζε καὶ τὸν Δαβὶδ στὴν πίστη, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε: «ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα». Λοιπὸν «καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν». Ὅπως δηλαδὴ ὁ Δαβίδ, ἔτσι κι ἐμεῖς πιστεύουμε στὴ θεία δύναμη τοῦ Κυρίου, γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ θάρρος ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας.

Ἔχουμε δὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἀνέστησε τὸν Κύριο Ἰησοῦ, θὰ ἀναστήσει κι ἐμᾶς διαμέσου τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ μᾶς βάλει δοξασμένους μαζὶ μὲ σᾶς στὰ δεξιά Του. Ναί, μαζί σας. Διότι ὅλα γιὰ σᾶς γίνονται. Μὲ τὴ σωτηρία ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς κινδύνους, εὐεργετοῦνται τελικὰ πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀναπέμπεται ἀπὸ πολλοὺς ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ δοξάζεται τὸ ὄνομά του.

Εἴπαμε νωρίτερα ὅτι εἶναι ἀσύλληπτης ἀξίας ἡ ἀποκάλυψη ποὺ ἔχει γίνει στὶς καρδιές μας, δηλαδὴ ἡ γνώση ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινός. Τὴν πίστη αὐτὴ ὅμως, τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, μᾶς λέει στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δὲν πρέπει νὰ τὴν κρατήσουμε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ νὰ τὴ μεταλαμπαδεύουμε καὶ στοὺς συνανθρώπους μας, νὰ τὴν ὁμολογοῦμε στὸ περιβάλλον μας.

«Πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν». Μᾶς ἐμπνέει ἀσφαλῶς ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Ἀποστόλου, ὥστε μὲ παρρησία νὰ ὁμολογοῦμε κι ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἐπικρατεῖ μεγάλη ἄγνοια καὶ ἀδιαφορία γιὰ τὸν Θεό. Ἡ ὁμολογία μας αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ γίνεται μὲ τὴ ζωή μας καὶ μὲ τὰ λόγια μας, ἔτσι ὥστε τὸ θεϊκὸ αὐτὸ φῶς, ποὺ ἀνέτειλε κάποτε μέσα μας, νὰ πλημμυρίσει καὶ τὸν σκοτισμένο κόσμο ποὺ μᾶς περιβάλλει.

Ο Σωτήρ

 


Εκτύπωση   Email