Κυριακή B΄ Λουκά ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Β΄ Κορ. α΄ 21 - β΄ 4, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Τῆς Κυριακῆς: Λουκ. ς΄ 31-36

01102022ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ

Ἡ μοναδικὴ εὐκαιρία

Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα ἀπὸ τὴ Β΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ στοὺς πιστοὺς νὰ ἀγωνίζονται μὲ ἐπιμέλεια γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους.

Σᾶς παρακαλοῦμε, λέει, ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ εἴμαστε συνεργοὶ τοῦ Θεοῦ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας σας, νὰ ἀποδείξετε μὲ τὴν ἐπιμέλειά σας ὅτι δὲν δεχθήκατε ἀνώφελα τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ ἔχετε πάντοτε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀκοῦτε τοὺς ἀπεσταλμένους του. Διότι, ὅπως ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφή: Στὸν κατάλληλο καιρὸ σὲ ἄκουσα καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ δόθηκε εὐκαιρία σωτηρίας σὲ βοήθησα. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας». Τώρα, λοιπόν, εἶναι ὁ κατάλληλος καιρός· τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία μπορεῖς νὰ κερδίσεις τὴ σωτηρία σου.

Τώρα! Τὸ γράφει καὶ τὸ ξαναγράφει ὁ θεῖος Ἀπόστολος γιὰ νὰ τονίσει ὅτι δὲν ὑπάρχει περιθώριο ἀναβολῆς. Τώρα, στὴν παρούσα ζωή μας πρέπει νὰ ἐνδιαφερθοῦμε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μετὰ τὸν θάνατο θὰ εἶναι ἀργά. Ἐπειδὴ μάλιστα δὲν γνωρίζουμε τί μᾶς ἐπιφυλάσσει τὸ μέλλον, οὔτε πότε θὰ μᾶς πάρει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, μὲ τὴ λέξη «τώρα» ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐννοεῖ τελικὰ τὴν παρούσα στιγμή. Διότι τὸ παρὸν ἀνήκει σ᾿ ἐμᾶς. Τὸ μέλλον εἶναι τοῦ Θεοῦ.

Χωρὶς ἀναβολή, συνεπῶς, ἂς φροντίσουμε γιὰ τὴν ψυχή μας. Ἄμεσα, τώρα νὰ ἐπιμεληθοῦμε τὴ σωτηρία μας, νὰ τακτοποιήσουμε τὴν ψυχή μας, νὰ ἐφαρμόσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὔριο ἴσως νὰ εἶναι ἀργά. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ εὐκαιρία μας, τὸ παρόν. Ἀπὸ τὸ «τώρα» ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Ἀπὸ μία στι­γμή, ἀπὸ τὴν παρούσα στιγμὴ κρέμεται ἡ αἰωνιότητα. Ἂς μὴν ἀναβάλλουμε, λοιπόν!

 Ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος

Στὴ συνέχεια ὁ θεῖος Ἀπόστολος περιγράφει τὴ ζωὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπιμέλεια ἐπιτέλεσαν τὸ ἔργο ποὺ τοὺς ἀνέθεσε ὁ Κύριος, χωρὶς νὰ δίνουν καμία ἀφορμὴ σκανδάλου, γιὰ νὰ μὴν κατηγορηθεῖ ἡ διακονία τοῦ κηρύγματός τους. Ἀντίθετα, μὲ κάθε τρόπο, σημειώνει, ἀποδεικνύουμε ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι ὅτι εἴμαστε ἀληθινοὶ διάκονοι τοῦ Θεοῦ. Καὶ συγκεκριμένα, μὲ τὴν ὑπομονὴ ποὺ κάνουμε, μὲ τὶς θλίψεις ποὺ ἀντιμετωπίζουμε, μὲ τὴν ἀνέχεια, τὶς στενοχώριες, τὶς μαστιγώσεις ποὺ δεχόμαστε, τὶς φυλακίσεις, τὶς καταδιώξεις ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, τοὺς κόπους, τὶς ἀγρυπνίες, τὴ στέρηση τοῦ φαγητοῦ. Τὸ ἀποδεικνύουμε μὲ τὴν ἁγνότητά μας, μὲ τὴν ὀρθὴ γνώση τῆς ἀλήθειας, μὲ τὴ μακροθυμία καὶ τὴν καλοσύνη ποὺ δείχνουμε, μὲ τὴ Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη μας, μὲ τὸν λόγο μας ποὺ κηρύσσει τὴν ἀλήθεια, μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦμε χάρη στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ πνευματικὰ ὅπλα ποὺ χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς δικαιοσύνης στὸν κόσμο.

Ἀποδεικνύουμε ἀκόμη τὴ γνησιότητά μας, συνεχίζει, μὲ τὴ δόξα ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ μὲ τοὺς ἐξευτελισμοὺς ποὺ μᾶς προξενοῦν οἱ ἄπιστοι, μὲ τὶς συκοφαντίες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπαίνους. Ἄλλοι μᾶς θεωροῦν ἀπατεῶνες καὶ ἄλλοι εἰλικρινεῖς· γιὰ κάποιους εἴμαστε ἄγνωστοι καὶ ἄσημοι, ἐνῶ γιὰ ἄλλους γνωστοὶ καὶ σπουδαῖοι. Παρουσιαζόμαστε «ὡς ἀποθνήσκοντες», καὶ ὅμως «ἰδοὺ ζῶμεν». Φθάνουμε, δηλαδή, μέχρι τὸν θάνατο, ἀλλὰ παραμένουμε ζωντανοί. Δοκιμαζόμαστε σκληρά, ὅμως δὲν πεθαίνουμε. Μᾶς νομίζουν δυστυχισμένους, ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε διαρκῶς χαρούμενοι. Εἴμαστε «ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες». Μᾶς νομίζουν γιὰ φτωχούς, κι ὅμως εἴμαστε πάμπλουτοι· πλουτίζουμε καὶ τοὺς ἄλλους μὲ τὸν πνευματικὸ θησαυρό μας. Φαίνεται σὰν νὰ μὴν ἔχουμε τίποτε, κι ὅμως ὅλα εἶναι δικά μας.

Σ᾿ αὐτὴ τὴν τελευταία φράση τοῦ θείου Ἀποστόλου κορυφώνεται ἡ περιγραφὴ τῶν ἀντιθέσεων ποὺ βίωναν καθημερινὰ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Φαίνονταν στὰ μάτια τοῦ κόσμου πάμπτωχοι. Δὲν εἶχαν κάποτε οὔτε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρησή τους. Κι ὅμως ἦταν μεγιστάνες! Τὰ πάντα τοὺς ἀνῆκαν· ὅλος ὁ κόσμος δικός τους. Γιατί; Διότι εἶχαν μόνιμο κτῆμα τους τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐκεῖνος ἦταν συνοδοιπόρος στὴ ζωή τους, Ἐκεῖνος συνεργὸς στὸ ἔργο τους. Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τὰ πάντα καὶ στὸν Ὁποῖο τὰ πάντα ἀνήκουν. Ἐκεῖνος, ὁ χορηγὸς κάθε ἀγαθοῦ, ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ.

Αὐτὸ ἔχει καὶ γιὰ ἐμᾶς πολύ μεγάλη σημασία. Νὰ γνωρίζουμε, δηλαδή, ὅτι ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος μας δὲν εἶναι ἡ ὕλη, τὰ φθαρτὰ ἀγαθὰ τῆς παρούσας ζωῆς, τὰ κτήματα, τὰ χρήματα καὶ οἱ περιουσίες, τὰ ὁποῖα κάποτε θὰ ἐκλείψουν, ἀλλὰ ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀσύλητος πλοῦτος. Ἐκεῖνος δωρίζει τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ γιὰ τὴ συντήρηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖνος ἐξασφαλίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀπόλυτη πληρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία. Τὸν Χριστὸ νὰ ἔχουμε, συνεπῶς, μόνιμο κτῆμα μας, διότι Ἐκεῖνος εἶναι τὸ πᾶν. Ὅποιος ἔχει τὸν Χριστό, ἔχει τὰ ­πάντα. Ὅλα τοῦ ἀνήκουν.

«Ο ΣΩΤΗΡ»


Εκτύπωση   Email